Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Εξαίρεση και κανόνας

Του Σταθη Ν. Καλυβα*


Συνδυάζω δύο ιδιότητες που ενίοτε θεωρούνται αντιφατικές: είμαι απόφοιτος του ελληνικού πανεπιστημίου αλλά στέκομαι κριτικά απέναντί του, θεωρώντας το βαθύτατα άρρωστο. Ολο και κάποιος θα βρεθεί να μου πει πως αφού τα πήγα καλά «έξω», αυτό σημαίνει πως το πανεπιστήμιο αξίζει παραπάνω απ’ ό,τι ισχυρίζομαι. Αρκεί μάλιστα μια είδηση πως κάποιος απόφοιτος κατέκτησε μια σημαντική διεθνή διάκριση για να καυτηριαστεί άμεσα η απαξίωση της ελληνικής ανώτατης παιδείας. Αλλωστε, μια χαρά δεν τα καταφέρνουν οι εκατοντάδες απόφοιτοι που σπουδάζουν στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου;

Μήπως έχουν αυτοί δίκιο κι εγώ άδικο; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό απαιτείται η μέτρηση της συμβολής των ΑΕΙ στην επιτυχία των αποφοίτων τους, πράγμα δύσκολο. Ποιο μέρος της ακαδημαϊκής επιτυχίας ενός ατόμου οφείλεται στην πανεπιστημιακή του παιδεία και ποιο σε άλλα χαρακτηριστικά και επιρροές; Θα επιχειρήσω να δώσω μιαν απάντηση στο ερώτημα αυτό μέσα από την προσωπική μου εμπειρία.

Τα πάντα ξεκινούν από την οικογένεια. Οι γονείς μου δεν πίστευαν πως η παιδεία ήταν απλά ένα μέσο επαγγελματικής αποκατάστασης αλλά θεωρούσαν πως είχε αυτοτελή αξία, αντίληψη για την οποία αισθάνομαι σήμερα απέραντη ευγνωμοσύνη. Συγχρόνως διάβαζαν πολύ και έτσι είχαμε μια μεγάλη και πλούσια βιβλιοθήκη. Αγάπησα λοιπόν από νωρίς το διάβασμα. Βοήθησε, πρέπει να ομολογήσω, και το ότι αργήσαμε να αποκτήσουμε τηλεόραση. Με λίγα λόγια, οι βάσεις μπήκαν από νωρίς.

Ετυχε επίσης να πάω σε ένα καλό σχολείο, αν και στην αρχή το είδα αρνητικά. Ποτέ δεν μπόρεσα να συμφιλιωθώ με τη λογική της αποστήθισης που αποτελούσε (και αποτελεί) τη βάση της ελληνικής εκπαιδευτικής φιλοσοφίας. Ημουν λοιπόν ένας μέτριος μαθητής, ώσπου έπεσα πάνω σε έναν δάσκαλο που πίστεψε σ’ εμένα και μου άνοιξε καινούργιους δρόμους. Η αποδοχή αυτή με βοήθησε να αναπτυχθώ σε μια κρίσιμη φάση. Διατηρώ πάντως ανάμεικτες αναμνήσεις. Σ’ αυτό συνέβαλε το γεγονός πως είχα τη μοναδική τύχη να περάσω τα δύο πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια στη Γαλλία, όπου μετακομίσαμε οικογενειακά. Η εμπειρία αυτή μου άνοιξε τα μάτια. Για πρώτη φορά βρέθηκα μέσα σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που ήταν σχεδιασμένο για να ενθαρρύνει και να επιβραβεύει τη δημιουργική και πρωτότυπη σκέψη και να καλλιεργεί την πλήρη έκφρασή της. Αισθάνθηκα σαν τον διψασμένο οδοιπόρο που ανακαλύπτει μια πηγή.

Στα μέσα της Τρίτης Γυμνασίου επιστρέψαμε στην Ελλάδα κι εγώ στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ακόμα θυμάμαι το σοκ που αισθάνθηκα όταν διαπίστωσα τι μου είχε συμβεί. Ο στόχος του πανεπιστημίου τον οποίο θεωρούσα αυτονόητο, περνούσε μέσα από το αφόρητο μαρτύριο της σκληρής εξεταστικής πίεσης και της ατελείωτης αποστήθισης, σε ένα περιβάλλον που φάνταζε σκουριασμένο και μίζερο, ενθάρρυνε τον κομφορμισμό και ισοπέδωνε τη διαφορά. Εζησα τα χρόνια του Λυκείου εντελώς έξω από τα νερά μου, καθώς είχα γευτεί το διαφορετικό και γνώριζα πως ένας άλλος κόσμος υπήρχε εκεί έξω. Στον ελάχιστο χρόνο που μου απέμενε διάβαζα ό,τι «εξωσχολικό» (αλήθεια, τι απαίσιος όρος!) έπεφτε στα χέρια μου, ιδίως τα γαλλικά βιβλία και περιοδικά που υπήρχαν σε αφθονία στο σπίτι μας. Είναι πάντως αλήθεια πως στο Λύκειο κέρδισα, μαζί με μερικούς φίλους ζωής, μιαν αναγκαία πειθαρχία μάθησης που είχα κάπως απολέσει στη Γαλλία. Δεν έγινα όμως άριστος μαθητής, γεγονός που τελικά αποδείχθηκε σωτήριο αφού δεν κατάφερα να συγκεντρώσω τις απαραίτητες μονάδες για να περάσω στη Νομική, τον φυσικό προορισμό των καλύτερων μαθητών. Κατέληξα έτσι στο Πολιτικό τμήμα της Νομικής, γνωστό τότε ως Δημόσιο Δίκαιο, που λειτουργούσε κυρίως ως ενδιάμεσος σταθμός προς τη Νομική για όσους δεν τα είχαν καταφέρει.

Η επαφή μου με το πανεπιστήμιο υπήρξε ταυτόχρονα απελευθερωτική και καταθλιπτική. Από τη μία μου πρόσφερε τεράστιες ευκαιρίες προσωπικής ανάπτυξης, καθώς με απάλλαξε από τον θανάσιμο εναγκαλισμό του σχολείου. Από την άλλη, διαπίστωσα πως αποτελούσε ουσιαστικά προέκταση του σχολείου, με αντίστοιχες δόσεις μιζέριας, αποστήθισης και κομφορμισμού, ενδεδυμένες πια με μια χαρακτηριστική αριστερή και «προοδευτική» προβιά. Για δύο περίπου χρόνια δεν ασχολήθηκα σχεδόν καθόλου με τα μαθήματα ώσπου μια μέρα, όπως μου είχε συμβεί στο δημοτικό, έπεσα πάνω σε έναν καθηγητή που βρισκόταν σε πλήρη αναντιστοιχία και σύγκρουση με την περιρρέουσα κουλτούρα του πανεπιστημίου και που μου άνοιξε την πόρτα ενός καινούργιου για μένα κόσμου, της πολιτικής επιστήμης. Ετσι ξεκίνησε μια γοητευτική πορεία που συνεχίζεται ακόμη και μου επέτρεψε να πραγματοποιήσω το όνειρό μου, να κάνω δηλαδή την παιδεία τρόπο ζωής.

Τον κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωσή μου έπαιξαν η οικογένειά μου και οι δάσκαλοί μου, άνθρωποι που λειτουργούσαν ως εξαιρέσεις μέσα στο σύστημα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι πολλοί, αλλά είμαι σίγουρος πως σ’ αυτούς κυρίως οφείλεται η επιτυχία των αποφοίτων που συνεχίζουν έξω. Δίπλα τους τοποθετώ το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα που με έμαθε να σκέφτομαι και με βοήθησε να σταθώ αργότερα στην Αμερική και πολύ παρακάτω το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Τα συστήματα κρίνονται από τον κανόνα τους, όχι από τις εξαιρέσεις τους.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_28/04/2013_518982

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...