Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

« Μόνο για εκείνον μη μου λες»


By Xrisa-fi

Είναι πρωί, κάνει κρύο και εσύ με γρήγορα βήματα τρυπώνεις στα Starbucks ξινίζοντας τη μούρη σου που για μια ακόμη φορά γίνεται ο κακός χαμός με αργοπορημένους στην ουρά να παίζουν νευρικά με τα κλειδιά τους, κοιτώντας κάθε μισό λεπτό το ρολόι τους και ρίχνοντας  ύπουλες ματιές στο διπλανό τους μη τυχόν και τους αρπάξει τη σειρά και χάσουν και άλλα πολύτιμα λεπτά. Περιμένεις λοιπόν στη σειρά σου χωρίς να ‘χεις ξυπνήσει καλά καλά ακόμα και με καμία διάθεση να πεις ακόμα και την παραγγελία σου. Έχεις αποφασίσει ότι  είναι η μέρα που θα αφήσεις  το marketing να σε παρασύρει και να επιλέξεις έναν απ’ τους τόσους διαθέσιμους καφέδες, που τόσο επιδέξια τοποθέτησαν μπροστά σου, κάνοντας τη ζωή σου λίγο πιο δύσκολη.
Και ενώ η ώρα έφτασε και είσαι η πρωταγωνίστρια του ταμείου μπαίνει εκείνος που στα προηγούμενα άρθρα  έκανε skate  στη πλατεία, σου κρατούσε το χέρι σ’ εκείνο το νησί, έφυγε ένα βροχερό βράδυ πρωτοχρονιάς και εσύ έκλεισες στο κουτί της Πανδώρας  προσπαθώντας να τον κάψεις σα φάντασμα στο φως του ήλιου.

Αν ο έρωτας υπάρχει μας επισκέπτεται σπάνια, όχι γιατί είναι ακατάδεκτος αλλά γιατί είναι απαιτητικός, γιατί ξέρει ότι όλο αυτό δε μπορεί να το ζήσει κάνεις πολλές φορές στη ζωή του. Για να ξέρεις ότι ερωτεύτηκες πρέπει να αφήσεις το καιρό να περάσει, να σε πάει μίλια μακριά. Πρέπει στις πληγές σου να πέσει θαλασσινό νερό και στο δωμάτιο σου να φέρεις το φως απ’ το παράθυρο και όχι απ’ το διακόπτη. Αν ο έρωτας υπάρχει, τότε εκείνο το πρωινό στα Starbucks  εσύ παρήγγειλες για ακόμα μια φορά καφέ φίλτρου και σταμάτησες να κοιτάς το ρολόι, μιας και ήξερες ότι ο χρόνος σταμάτησε πια και εσύ κουτρουβαλιάζεις πίσω στη Χώρα του Ποτέ.

Σταμάτησε στο πρωινό του Αυγούστου που άκουσες τα φρένα τα τσιρίζουν και είδες τα μήλα σου να πέφτουν. Σταμάτησε στη φωνή που του έβαλες, στο ειρωνικό βλέμμα που του έριξες, στις βρισιές που του ψιθύρισες. Πάγωσε στη συγγνώμη του, στο χέρι που σου σφίξε και στο άκουσμα του ονόματος του. Είναι αλήθεια τρομερό πως έρχονται τα ονόματα να «δέσουν» και να σε κάνουν να πιστέψεις ότι το δικό σου μόνο δίπλα στο δικό του ταιριάζει τόσο πολύ. Δυο ονόματα που παρατηρείς σαν παιδάκι και αναρωτιέσαι δυνατά στους φίλους σου πόσο όμορφα προφέρονται όταν τα λες μαζί, πόσο το μικρό και χαριτωμένο δικό σου που πάντα του κολλάς μια κατάληξη, ταιριάζει γάντι στο σίγουρο και μεγαλοπρεπές δικό του.

Και ενώ ο καφές καίει το χέρι σου, εσύ γυρνάς σ’ εκείνον τον ήλιο που έκαιγε το πρόσωπο σου στη μηχανή του, σ’ εκείνο το νησί που γυρνώντας το γωνιά γωνιά χάζευες τις εκκλησίες που έβρεχε το κύμα και τσιμπώντας τον γλυκά του έλεγες δυνατά στο αυτί με τη φωνή σου να τη παίρνει ο άνεμος ότι μια μέρα, με μάρτυρες τους ανέμους και κουμπάρο το Αιγαίο, ξυπόλητη, θα του ορκιστείς αιώνια αγάπη. Εκείνος τότε γέλασε, έπιασε τα γόνατα σου και σου κλείσε το μάτι απ’ το καθρεφτάκι που πάντα σε παρακολουθούσε.

Όταν ο καλοκαιρινός έρωτας είναι εκεί στα πρωτοβρόχια βλέποντας τα φύλλα να πέφτουν, φορώντας ριγέ καλτσάκια, σημαίνει ότι η ζωή σου μετρά ήδη ένα σημάδι. Ένα σημάδι που χαράκτικε το βράδυ εκείνο που σήκωσες τους ώμους σου γεμάτη σύγχυση και απελπισία και αναφώνησες ότι θες να γίνεις πουλί και να πετάξεις πάνω απ’ τον κόσμο. Και τότε εκείνος ζωγράφισε φτερά σ’ ένα λευκό χαρτί και σου πε: « φως μου, μη φύγεις φως μου». Και έπειτα εκείνη η φωτογραφία, που εκείνος κρατά την τούρτα γεμάτη κεράκια που ξέχασες να σβήσεις στο τέλος του τραγουδιού γιατί παρατηρούσες πόσο χαρούμενος δείχνει με όλες αυτές τις φλογίτσες να χορεύουν κάτω απ’ το χαμόγελο του, το ίδιο βράδυ που μέθυσες, κάπνισες και σου κράταγε τα μαλλιά γλυκά ενώ εσύ γνώριζες τον «εσωτερικό» σου κόσμο στο πεζοδρόμιο.

Έρωτας είναι να φεύγει και να τον κοιτάς. Να μη μπορείς να τον ειρωνευτείς να μη μπορείς να του φωνάξεις να μην προσπαθείς να του αποδείξεις ότι δε πονάς. Έρωτας είναι να του ζητάς ένα παραμύθι, να του ζητάς να μη σου πει την αλήθεια. Να μπορείς να τον αφήνεις να σε καταστρέφει και συ απλά να περιμένεις να δεις πότε θα καταλάβει ότι δε θα αντιδράσεις, δε θα φωνάξεις, δε θα ουρλιάξεις. Έρωτας είναι να γελάς, να φλερτάρεις να κοιμάσαι με άλλους και ενώ νιώθεις ευτυχισμένη και ενώ είσαι ευτυχισμένη, εκείνος να μπαίνει και σου θυμίζει ότι έρωτας είναι αυτός και το λευκό σκαλοπάτι που καθίσατε πριν το πλοίο σας πάει πίσω στη Ραφήνα, πριν μπεις στο αμάξι και ξεχάσεις ότι ελευθερία είναι να κουνάς τα πόδια σου περά δόθε στη καφέ σέλα μιας γαλάζιας μηχανής. Να σου θυμίζει ότι όλα αυτά που έζησες μακριά του ήταν έντονα, ήταν μαγικά αλλά δεν ήταν εκείνος, όσο και αν νόμιζες ότι θα μπορούσες να τα κάνεις να του μοιάζουν.

Έτσι λοιπόν σας χαιρετώ. Με έναν καφέ φίλτρου στο χέρι και ντροπιασμένη που κάποτε τόλμησα να αμφισβητήσω φίλους και εχθρούς ότι κάποια πράγματα τελικά μένουν για πάντα κάπου μέσα μας και ένα κρύο πρωινό που νομίζεις ότι επιτέλους βρήκες τα πατήματα σου, εκείνος μπαίνει και ενώ είχες ορκιστεί ότι δεν έχεις άλλα δάκρυα, ακούγοντας πάντα Πυξ Λαξ και  «μόνο για εκείνον μου λες», ξαφνικά τίποτα δε χωράει μέσα σου πια και το μόνο που θες είναι να μη μιλήσει, να μην ακούσεις να λέει το όνομα σου γιατί εκείνο το πρωί κρυφακούν όνειρα που είχαν κρυφτεί…


Με αγάπη Xrisa-fi

6 σχόλια :

  1. Δεν έχω να πω πολλά –έτρεξα όμως να προλάβω τους 20-30 που θα ακολουθούσουν.
    Ελπίζω αυτά που διαβάζω να είναι στη σφαίρα του «φανταστικού» και όχι στον κύκλο του «προσωπικού».

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μακριά από στεναχώριες…
    Ααα, όσο για το κείμενο, όπως πάντα μου άρεσε!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. auto einai to provlhma,oti telika spania vriskeis ta pathmata sou osa xronia ki an perasoun:( kai ta oneira panta krufakoun :(

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Και έλεγα οτι δε θα ξαναγράψω :/
    addicted to you ..τι υπέροχα είναι όλα αυτά και αν τα χεις ζήσεις πόσο σε ζηλεύω..

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...